ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ – Σαν σήμερα γεννήθηκε η Μελίνα Μερκούρη-Αφιέρωμα στη ζωή και την καριέρα της

2014-10-18 02:40

 

Κείμενο και φωτογραφίες αρχείου από τον Αλέξανδρο Παπαδόπουλο

 

  Θελκτική, τολμηρή, προκλητική, πληθωρική, σαγηνευτική, αεικίνητη, πλανεύτρα, επικοινωνιακή, αυθόρμητη, γοητευτική. Ταυτίστηκε με την Ελλάδα. Λατρεύτηκε όσο λίγες αλλά και αμφισβητήθηκε έντονα όπως συνήθως συμβαίνει με όλες τις μεγάλες προσωπικότητες.

  Η χαρισματική ηθοποιός, η θερμή αγωνίστρια της Δημοκρατίας, η ασυμβίβαστη πολιτικός. Με άλλα λόγια, η Μελίνα Μερκούρη. Η Μελίνα μας! Σαν σήμερα (18 Οκτωβρίου 1920) ήρθε στη ζωή ενώ πρόσφατα συμπληρώθηκαν 20 χρόνια (6 Μαρτίου 1994) από το φευγιό της… Το «Alexander news» θυμάται σήμερα την «Τελευταία Ελληνίδα θεά», όπως την χαρακτήρισε δημοσιογράφος της Ιταλικής εφημερίδας «Κοριέρε ντελα Σέρα".

 

Γεννήθηκε Ελληνίδα και πέθανε Ελληνίδα

 

   Η Μελίνα Μερκούρη (Μαρία Αμαλία Μερκούρη), γεννήθηκε στην Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου του 1920. Ήταν γόνος πολιτικής οικογένειας, μιας και ο πατέρας της Σταμάτης Μερκούρης ήταν βουλευτής, ενώ ο παππούς της Σπύρος Μερκούρης ήταν δήμαρχος Αθηναίων επί σειρά ετών. Παντρεύτηκε σε νεαρή ηλικία τον Πάνο Χαροκόπο, αλλά χώρισε γρήγορα λόγω της μεγάλης της αγάπης για το θέατρο. Σπούδασε θέατρο στην Δραματική Σχολή του Εθνικού (1943-46) και έκανε το ντεμπούτο της στη σκηνή το 1944 με το έργο του Αλέξη Σολομού «Το μονοπάτι της λευτεριάς».

                                                       

                  

  Σαν πρωταγωνίστρια καθιερώθηκε το 1949 με τον ρόλο της Μπλανς Ντιμπουά από το έργο του Τένεσι Ουίλιαμς «Λεωφορείον ο Πόθος».  Από το 1951 άρχισε να πρωταγωνιστεί συγχρόνως και στην Γαλλική θεατρική σκηνή, όπου έγινε μούσα ενός από τους μεγαλύτερους θεατρικούς συγγραφείς, του Μαρσέλ Ασάρ. Συνέχισε την παράλληλη πορεία της και στις δύο σκηνές, την αθηναϊκή και την παριζιάνικη. Γέμιζε την σκηνή με την εντυπωσιακή της εμφάνιση και ζούσε τους ρόλους που υποδυόταν.   

                                     

                           

                           

 

  Το 1960 έπαιξε με το θέατρο Τέχνης το «Γλυκό Πουλί της Νιότης» έχοντας στο πλευρό της τον πρωτοεμφανιζόμενο τότε ηθοποιό Γιάννη Φέρτη. Επόμενος σημαντικός σταθμός στην θεατρική της καριέρα ήταν το «Illya Darling» που ανέβασε, με προπωλημένα όλα τα εισιτήρια των παραστάσεων και με συμπρωταγωνιστή τον Νίκο Κούρκουλο, στο Μπρόντγουέι στις ΗΠΑ, ενώ είχε ήδη κάνει περιοδεία σε κάθε πολιτεία των ΗΠΑ. Το έργο ήταν η θεατρική διασκευή της κινηματογραφικής ταινίας «Never on Sunday» («Ποτέ την Κυριακή»), που της χάρισε παγκόσμια αναγνώριση. Κατά τα έτη 1967 -1974, την εποχή της δικτατορίας δηλαδή, από τη στιγμή που τελείωσε τις παραστάσεις του «Illya Darling» έπαιξε μόνο την «Λυσιστράτη» το 1972.

                           

  Το 1975 και ενώ έχει επιστρέψει στην Ελλάδα, ανέβασε στο θέατρο Κάππα με τον Νίκο Κούρκουλο την «Όπερα της πεντάρας», το 1976 την «Μήδεια» με το Κ.Θ.Β.Ε., ενώ το 1978  το «Συντροφιά με το Μπρεχτ» από το Ελληνικό θέατρο του Μάνου Κατράκη, παράσταση για την οποία γράφτηκε από το Θάνο Μικρούτσικο το «Άννα μην κλαις» για να τραγουδηθεί από τη Μελίνα Μερκούρη και τον Γιάννη Κούτρα. Τέλος, το 1980 ανέβασε ξανά το «Γλυκό πουλί της Νιότης» με τον Γιάννη Φέρτη και έκλεισε ουσιαστικά την θεατρική της καριέρα με την «Ορέστεια» στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου από το Θέατρο Τέχνης. Το 1992, πραγματοποίησε την  τελευταία, έκτακτη εμφάνιση στην όπερα «Πυλάδης» των Κουρουπού - Χειμωνά  και σκηνοθεσία του Δ. Φωτόπουλου,  σε βιντεοσκοπημένη σκηνή,  στον  ρόλο της Κλυταιμνήστρας  που παρουσιάστηκε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών.

                                                              

                                                 

                                                           

                         

 

  Σημαντική ήταν και η πορεία της στον κινηματογράφο. Εμφανίστηκε για πρώτη φορά στην ταινία «Στέλλα» (1955) του Μιχάλη Κακογιάννη  που είχε γραφτεί αρχικά με την μορφή θεατρικού έργου ( «Η Στέλλα με τα κόκκινα γάντια») από τον Ιάκωβο Καμπανέλλη ειδικά για τη Μελίνα. Η ταινία αυτή ήταν η μόνη που έκανε με ελληνική παραγωγή και την καθιέρωσε σαν κινηματογραφική φιγούρα. Λέγεται πως ο κορυφαίος τότε κινηματογραφικός παραγωγός Φιλοποίμην Φίνος, την είχε απορρίψει, διότι θεωρούσε πως ήταν αντικινηματογραφική, είχε μεγάλο στόμα και δεν έγραφε στο φακό.

                                                 

                                      

                                 

                               

                        

                                           

                                 

  Το 1956 γνώρισε τον Αμερικανό σκηνοθέτη Ζυλ Ντασέν και ενώθηκαν στην ζωή και την τέχνη. Το 1960 το φιλμ «Ποτέ την Κυριακή» του Ντασέν την έκανε διάσημη σε όλη την υφήλιο, ένα φιλμ που βραβεύτηκε με Όσκαρ Καλύτερου Τραγουδιού («Τα παιδιά του Πειραιά» Μάνος Χατζιδάκις). Το «Ποτέ την Κυριακή», της χάρισε αρκετές σημαντικές διακρίσεις και παγκόσμια αναγνώριση, όπως το βραβείο πρώτου γυναικείου ρόλου στις Κάννες, η υποψηφιότητα για Όσκαρ πρώτου γυναικείου ρόλου κλπ. Έπαιξε σε αρκετές ακόμη ταινίες του παγκόσμιου κινηματογράφου, μεταξύ των οποίων: «Φαίδρα» (1961), «Τοπ Καπί» (1964), «Ραντεβού στη Λισσαβόνα» (1966), «Η δοκιμή» (1973) και «Κραυγή γυναικών» (1978).

                                                

                                   

                                   

                                                 

  Επίσης πολύ αξιόλογη και η πορεία στη  δισκογραφία καθώς έχουν κυκλοφορήσει πάνω από 15 δίσκοι της, πέρα από soundtracks  ταινιών και θεατρικών παραστάσεων. Ερμήνευσε τραγούδια μεγάλων Ελλήνων δημιουργών (Χατζιδάκις, Θεοδωράκης, Τσιτσάνης, Ξαρχάκος, Μαρκόπουλος). Παρόλο που δεν είχε τη φωνή μιας ολοκληρωμένης τραγουδίστριας, ο τρόπος που ερμήνευε τα τραγούδια, με τη ζεστή βραχνάδα που έβγαζε η φωνή της και που έριχνε τις λέξεις κομπολογάτα ή σαν μαχαιριές, άγγιζε μεγάλη μερίδα των ακροατών. Βίωνε τα τραγούδια είτε με την καρδιά, είτε με το νου, είτε με το ένστικτο.  

                                                         

   Εμφανίσεις πραγματοποίησε και στην τηλεόραση, σε σειρά ντοκιμαντέρ του BBC  σε επεισόδιο με τίτλο «Η Ελλάδα της Μελίνας», από όπου και ο ομώνυμος δίσκος του Σταύρου Ξαρχάκου, όπως και σε σήριαλ και εκπομπές στη Γαλλική και τη Γερμανική τηλεόραση. Επίσης έγραψε και ένα βιογραφικό βιβλίο με τίτλο «Γεννήθηκα Ελληνίδα» του οποίου τα έσοδα από τις πωλήσεις διατέθηκαν για τον αντιδικτατορικό αγώνα (η έκδοσή του στα ελληνικά δεν είναι νόμιμη).

                                                 

  Το 1967, έλαβε ένα τηλεφώνημα από δημοσιογράφο που της ανακοίνωσε ότι ο υπουργός Εσωτερικών της Χούντας, Στυλιανός Παττακός της αφαίρεσε  την ελληνική ιθαγένεια για πολιτικούς λόγους και δήμευσε ην περιουσία της. Εκείνη απάντησε με την γνωστή πλέον φράση «Γεννήθηκα Ελληνίδα και θα πεθάνω Ελληνίδα, ο  κ. Παττακός φασίστας γεννήθηκε και θα πεθάνει φασίστας». Αναγκάστηκε να μείνει στο εξωτερικό. Μαζί με τον Μίκη Θεοδωράκη και τον Ζυλ Ντασέν, εντάχθηκε στον αντιδικτατορικό αγώνα. Έβγαζε πύρινους λόγους κατά της Χούντας στις πλατείες όλων των ευρωπαϊκών πρωτευουσών, έκανε συναυλίες, ηχογράφησε τραγούδια με Ελληνικά και Γαλλικά τραγούδια που αναφέρονταν στην Ελλάδα και την ελευθερία, παρείχε φιλοξενία στο σπίτι της στο Παρίσι σε εξόριστους καταζητούμενους του καθεστώτος και έστελνε χρηματική βοήθεια στις οικογένειές τους στην Ελλάδα. Κατά την διάρκεια των αγώνων της, έγιναν εναντίον της απόπειρες δολοφονίας, μία από τις οποίες παραλίγο να της στερήσει τη ζωή.

                               

                                

  Το 1974 με την πτώση της Χούντας των Συνταγματαρχών, επέστρεψε στην Ελλάδα. Η αντιδικτατορική της δράση, την έκανε να σκεφτεί σοβαρά αν θα έπρεπε να ασχοληθεί με τα κοινά στα σοβαρά ή αν θα παρέμενε ένα «συμβολάκι της αντίστασης» όπως είπε η ίδια αργότερα σε συνέντευξή της.  Στα χρόνια της εξορίας είχε άλλωστε γνωριστεί με τον Ανδρέα Παπανδρέου. Κατέβηκε υποψήφια στην  Β` Πειραιά με το ΠΑΣΟΚ στις εκλογές του 1974, αλλά δεν κατάφερε να εκλεγεί, πράγμα που καταφέρνει στην εκλογική αναμέτρηση του 1977.

                                              

                                              

                                                  

  Διετέλεσε υπουργός Πολιτισμού την περίοδο 1981 –1989,  θέση η οποία της έδωσε το έναυσμα για να ξεκινήσει εκστρατεία για την επιστροφή των κλεμμένων μαρμάρων της Ακρόπολης από τον Λόρδο Έλγιν, τα οποία βρίσκονται στις προθήκες του Βρετανικού Μουσείου,  να δημιουργήσει τον θεσμό των δημοτικών περιφερειακών θεάτρων (γνωστά ως ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.) με σκοπό την πολιτιστική ανάπτυξη της ελληνικής περιφέρειας αλλά και τον θεσμό των πολιτιστικών πρωτευουσών της Ευρώπης, με πρώτη την Αθήνα το 1985. Συνέλαβε ακόμη την ιδέα και ανέθεσε τη μελέτη ενοποίησης των αρχαιολογικών χώρων της Αθήνας, την ενοποίηση δηλαδή του ιστορικού κέντρου της Αθήνας στον άξονα Ιερά Οδός - Πλάκα - Στύλοι Ολυμπίου Διός, για τη δημιουργία ενός αρχαιολογικού πάρκου.

                                          

  Κατά τη διάρκεια της θητείας της, μπορεί να μην έκανε 10.000.000 νόμους, αλλά έβαλε τον πολιτισμό στις πρώτες σελίδες. Έκανε πολιτική άλλου τύπου, πιο ανθρώπινη. Είχε μεγάλη οξυδέρκεια και τεράστιο ένστικτο και ως πολιτικός και ως άνθρωπος. Η Μελίνα σίγουρα δεν είχε σκοπό να είναι μια συνηθισμένη πολιτικός. Ήταν η πρώτη βουλευτής που εμφανίστηκε στην Βουλή με παντελόνια. Παρακαλούσε με χαριτωμένο τρόπο να της δοθούν κονδύλια για τον πολιτισμό και στρίμωχνε στην γωνία τους άλλους υπουργούς εκλιπαρώντας να την σώσουν. Η πολιτική σκηνή της Ευρώπης, την υποδέχτηκε με ανοιχτές αγκάλες. Ερχόταν σε επαφή με κορυφαίους ευρωπαίους πολιτικούς, όπως τον Φρανσουά Μιτεράν και τον Ζακ Λανγκ και αναδείκνυε τα εθνικά μας θέματα. 

                                                          

                             

                           

  Το 1988, χτυπήθηκε από τον καρκίνο και πάλεψε γενναία με την ασθένεια για έξι ολόκληρα χρόνια. Το 1990 διεκδίκησε την δημαρχία της Αθήνας, χωρίς όμως επιτυχία, γεγονός που την στενοχώρησε ιδιαίτερα.  Τον Οκτώβριο του 1993 με την επάνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, επέστρεψε στο υπουργείο Πολιτισμού. Στην δεύτερη αλλά σύντομη αυτή θητεία της στο υπουργείο, έδωσε μεγάλη σημασία στην εισαγωγή του πολιτισμού και της θεατρικής αγωγής στα σχολεία.

                                                   

                                     

  Τα προβλήματα της υγείας της ήταν ήδη πολύ σοβαρά. Στις 7 Φεβρουαρίου του 1994, αναχώρησε για το εξωτερικό πλήρης ελπίδων. Στις 13 Φεβρουαρίου του 1994, εισήχθη  στο «Μεμόριαλ» της Νέας Υόρκης. Οι ελπίδες σταδιακά χάνονταν, καμία αχτίδα φωτός. Το ανοιξιάτικο κυριακάτικο απόγευμα της 6ης Μαρτίου του 1994, ημέρα Αποκριάς, ημέρα κεφιού και χαράς, άφησε την τελευταία της πνοή βυθίζοντας στο πένθος τον απανταχού Ελληνισμό. 

  Η σορός της έφτασε στην Ελλάδα στις 8 Μαρτίου του 1994 και τέθηκε σε διήμερο λαϊκό προσκύνημα στο παρεκκλήσι της Μητρόπολης Αθηνών, ενώ ταυτόχρονα κηρύχθηκε τριήμερο εθνικό πένθος. Την Πέμπτη 10 Μαρτίου του 1994 εψάλη  η Νεκρώσιμος Ακολουθία στον Καθεδρικό Ναό Αθηνών και αμέσως μετά 3.000.000 άνθρωποι την συνόδευσαν ως το Α' Νεκροταφείο Αθηνών, τραγουδώντας της τις επιτυχίες της «Αγάπη που ΄γινες δίκοπο μαχαίρι» και «Τα παιδιά του Πειραιά». Ήταν η πρώτη Ελληνίδα που κηδεύτηκε με τιμές αρχηγού κράτους. Ενταφιάστηκε σε οικογενειακό τάφο. Κανένας Έλληνας στην νεότερη ιστορία δεν κηδεύτηκε με τέτοιες τιμές και με τέτοια συνταρακτική λαϊκή παρουσία. Ο θάνατός της προκάλεσε εκδηλώσεις συγκίνησης σε όλο τον κόσμο. Πολλοί πολιτικοί ηγέτες έστειλαν συλλυπητήρια μηνύματα στην οικογένειά της και στην Ελλάδα. Την ώρα της κηδείας της τα θέατρα και τα μαγαζιά στο Μπρόντγουεϊ παρέμειναν κλειστά.

                        

  Στη  διάρκεια της ζωής της βραβεύτηκε από πολλούς φορείς για το έργο της. H 6η Μαρτίου, ημέρα θανάτου της Μελίνας Μερκούρη, έχει ορισθεί από την UNESCO  ως παγκόσμια μέρα πολιτισμού κατά την οποία απονέμεται το Βραβείο «Μελίνα Μερκούρη»  ως βραβείο πολιτιστικής προσφοράς. Δίνεται από το 1997 και κάθε δύο χρόνια σε ανθρώπους ή οργανισμούς για την προσπάθειά τους να διασωθούν μνημεία πολιτισμού της ανθρωπότητας. Το βραβείο περιλαμβάνει και μία συμβολική επιταγή ύψους 20000 US$. Βραβείο «Μελίνα Μερκούρη»  για τους ηθοποιούς υπάρχει στην Ελλάδα από το 2007 και δίνεται μαζί με το βραβείο «Δημήτρης Χορν» , σε νέους και νέες Έλληνες και Ελληνίδες ηθοποιούς, αντίστοιχα.

                                                   

                                       

                                       

                                    

                                  

                                  

  Επίσης έχει ιδρυθεί, σύμφωνα με επιθυμία της, από το σύζυγό της Ζυλ Ντασέν  και με τη συμμετοχή προσωπικοτήτων παγκόσμιας ακτινοβολίας, όπως ο νομπελίστας ποιητής Οδυσσέας Ελύτης, ο Γάλλος πολιτικός Ζακ Λανγκ κ.ά. το Πολιτιστικό Ίδρυμα Μελίνα Μερκούρη, το οποίο έχει ως στόχο την επιστροφή των κλαπέντων μαρμάρων της Ακρόπολης.

                                           

   Η Μελίνα Μερκούρη υπήρξε η πλέον διάσημη και προβεβλημένη προσωπικότητα της Ελλάδας.  Αγωνίστηκε, εναντιώθηκε σε κάθε μορφής συμβιβασμούς,  πάλεψε για τα οράματά της, είχε όνειρα, ελπίδες και αγωνίες.  Έζησε με πάθος, ρούφηξε τη ζωή ως το μεδούλι. Ήταν γεννημένη σταρ, σπάνιο χάρισμα.

  Σήμερα που η χώρα μας βρίσκεται στο μάτι του κυκλώνα και βαλλόμαστε από παντού, η φυσική της παρουσία μας λείπει όσο ποτέ.  Αν ζούσε, θα όρθωνε το ανάστημά της και θα εναντιωνόταν με όλες τις δυνάμεις της. Η Μελίνα δεν έφυγε από κοντά μας, είναι ακόμη εδώ, στα μάρμαρα του Παρθενώνα, στην ελληνική γη, σε εκείνους που την αγάπησαν, σε εκείνους που την αγαπούν…

 

                                    

 Η Μελίνα σε πρώτο πρόσωπο:

 

 

«Δεν πίστεψα ποτέ ότι τελειώνω με την ζωή. Αυτό που ξέρω είναι ότι είμαι πάτσι με την ζωή, ότι υπέφερα εξίσου και χάρηκα».

 

«Ο πολιτισμός είναι η βαριά βιομηχανία της Ελλάδας»

 

«Αγαπώ όλα όσα φτιάχνουν την Ελλάδα: την τρέλα μας, το χιούμορ μας, τα μίση μας, την παλικαριά μας, τα βουνά μας, τα γυμνά μας δέντρα, την θάλασσά μας, την μυρωδιά της ντομάτας και του τυριού, την ιστορία μας, το παρελθόν μας. Αν δοκιμάσουν να μου τα στερήσουν θα παλέψω με νύχια και με δόντια».

                                             

«Πρέπει να καταλάβετε τι σημαίνουν τα Μάρμαρα του Παρθενώνα για μας. Είναι οι θυσίες μας. Είναι το υπέρτατο σύμβολο ευγένειας. Είναι φόρος τιμής στην δημοκρατική φιλοσοφία. Είναι η ουσία της ελληνικότητάς μας».

 

«Τα Μάρμαρα του Παρθενώνα θα επιστρέψουν στην Ελλάδα όταν ζω, αλλά κι αν δεν ζω, θα ξαναγεννηθώ».

 

Τηλεοπτικό πορτρέτο της Μελίνας: