Μετά το Brexit τι;
Γράφει ο Αλέξανδρος Παπαδόπουλος
Η πρώτη χώρα στην ιστορία της Ευρωπαϊκής Ένωσης που ανοίγει την πόρτα της εξόδου, γίνεται από σήμερα η Βρετανία μετά από 43 χρόνια, καθώς οι πολίτες της επέλεξαν το «Leave» στο χθεσινό ιστορικό δημοψήφισμα. Βρισκόμαστε μπροστά σε μία τεράστια πρόκληση απέναντι στο ιστορικό των σχέσεων ανάμεσα στην Ε.Ε. και στην Μεγάλη Βρετανία που περνούν σε μια νέα εποχή.
Υπάρχει ένα αντισυστημικό πολιτικό κύμα το οποίο έχει επηρεάσει και τη Βρετανία, άλλωστε φάνηκε και στις δημοσκοπήσεις, οι οποίες έπεσαν έξω, είναι και κόσμος που θέλησε να κρύψει μυστική την ψήφο του. Επικρατεί σοκ, φόβος, πολλοί περιμένουν ίσως ένα διαλυτικό ντόμινο, όπου μετά την Βρετανία μπορεί να ακολουθήσουν και άλλοι, υπάρχουν και οι ψύχραιμοι που το βλέπουν σαν ένα αφυπνιστικό σοκ για την Ευρώπη.
Υποχρέωση της Ευρώπης είναι να κρατήσει ανυποχώρητη στάση τουλάχιστον σε πρώτη φάση για τον λόγο ότι φοβάται μήπως υπάρξουν και μιμητές. Αν λοιπόν η Βρετανία μέσα από το δημοψήφισμα της εξόδου θελήσει να διασφαλίσει τα συμφέροντά της ως προς την ελεύθερη ζώνη συναλλαγών, διότι τα εμπορικά της συμφέροντα είναι αλληλένδετα με της Ευρώπης, καταφέρει να τα διατηρήσει σχεδόν στο ακέραιο, ενώ έχει προηγηθεί η έξοδός της από την ευρωπαϊκή οικογένεια, γίνεται αντιληπτό ότι δημιουργείται ένα αρνητικό προηγούμενο για το σύνολο της Ευρώπης. Αυτό είναι κάτι που οι Ευρωπαίοι και κυρίως οι Γερμανοί θέλουν να αποφύγουν και δεν θα πρέπει να λειτουργήσουν τιμωρητικά αν θέλουν αυτή η κρίση να μετατραπεί σε ευκαιρία, ωστόσο καλό είναι να κρατήσουμε μία επιφύλαξη, γιατί η εμβέλεια της Βρετανίας είναι τέτοια, ώστε στο τέλος ενδεχομένως να υπάρξει ένας συμβιβασμός γενναίου εκατέρωθεν. Μην ξεχνάμε ότι η Ευρώπη χωρίς την Αγγλία θα είναι πιο μικρή. Η Αγγλία πάντως θα περάσει μία φάση αναδιάταξης.
Για λόγους κύρους η Ευρώπη θα θελήσει να δείξει ότι παραμένει η ενωμένη Ευρώπη των 27, ήδη από το πρωί, μας υπενθυμίζουν ότι είμαστε 27 κράτη - μέλη και πως πρέπει να στείλουμε αυτό το μήνυμα και δεν πρόκειται να αλλάξει. Ωστόσο, είναι τόσο μεγάλες οι διαφορές μεταξύ των 27 κρατών-μελών, τα αποκλίνοντα συμφέροντα, η ενίσχυση των ακραίων φωνών που ακούμε, όχι μόνο σε επίπεδο κάποιων μορφωμάτων εντός των κρατών, αλλά ακόμα και σε κυβερνητικά επίπεδα.
Αν οδηγηθούμε σε μια σύγκλιση δημιουργίας ενός σκληρού πυρήνα, όπου εκεί θα έχουμε την εμβάθυνση αυτών που μπορούν να ακολουθήσουν, που είναι δηλαδή ισχυροί ή πρόθυμοι και αφήσουμε σε δεύτερη μοίρα αυτούς οι οποίοι είτε επιθυμούν να ακολουθήσουν και δεν μπορούν, είτε δεν είναι πρόθυμοι να το πράξουν, τότε πηγαίνουμε σε μια Ευρώπη πολλών ταχυτήτων. Και σε μια Ευρώπη που θα έχουμε ουσιαστικά μία διαβάθμιση σε περιφέρειες, ο Βορράς και το κέντρο της Ευρώπης με εξαίρεση τη Γαλλία όπου έχει μία συγκεκριμένη πολιτική αντίληψη για το πώς η Ευρώπη πρέπει να κινηθεί από εδώ και πέρα και ο Νότος ο οποίος έχει τα δικά του προβλήματα.
Μετά από την έκβαση του δημοψηφίσματος δεν μπορεί η Ελλάδα να μην επηρεαστεί. Θα πρέπει να προσπαθήσουμε να βρεθούμε μέσα στη δημόσια συζήτηση, να έχουμε άποψη συγκεκριμένη, ρεαλιστική, να διαμορφώσουμε ισχυρές ενδοευρωπαϊκές συμμαχίες για να ακουστεί ο λόγος μας, αλλά τίποτα δεν μας διασφαλίζει ότι θα τα καταφέρουμε λόγω της γενικής ρευστότητας και αστάθειας που επικρατεί σε διάφορα ζητήματα.
Για εμάς τα πράγματα είναι πιο δύσκολα, γιατί μπορεί μεν με την αποχώρηση της Βρετανίας να διευκολύνει κατά κάποιον τρόπο τη νότια περιφέρεια της Ευρώπης, η οποία έχει μία άλλη αντίληψη για την οικονομία από ότι έχει η Γερμανία και η Βρετανία, από την άλλη όμως είναι πιθανό να πρέπει να μπει ένα φρένο και ο τρόπος που θα μπει αυτό το φρένο από πλευράς Γερμανίας, θα είναι θεσμική σύγκλιση και εμβάθυνση μεταξύ ενός σκληρού πυρήνα από τον οποίο μάλλον εμείς βρισκόμαστε εκτός. Θα βρούμε απέναντί μας έναν τοίχο ευρωσκεπτισκισμού.
Η Ελλάδα με κάποιον τρόπο θα πρέπει να δει πού θα τοποθετηθεί μετά τα νέα δεδομένα. Η χώρα μας μπορεί να ελπίζει ότι ίσως υπάρξει μία χαλάρωση , με την έννοια ότι περνάμε χαμηλά στις προτεραιότητες της Ευρώπης, όμως επειδή η Ευρώπη πρέπει να δώσει συνολικά μία απάντηση, δεν μπορεί να υποκριθεί ότι δεν συμβαίνει τίποτα.